διαλευκαίνω


διαλευκαίνω
[дьялэфкено] р. разъяснять, растолковывать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαλευκαίνω" в других словарях:

  • διαλευκαίνω — διαλευκαίνω, διαλεύκανα βλ. πίν. 44 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαλευκαίνω — (Α διαλευκαίνω) διασαφώ, διευκρινίζω, διαφωτίζω νεοελλ. φρ. «διαλευκαίνω το έγκλημα» εξιχνιάζω, αποκαλύπτω τον ένοχο και τις συνθήκες διάπραξης αρχ. 1. λευκαίνω κάτι τελείως 2. αναμιγνύω με λευκό …   Dictionary of Greek

  • διαλευκαίνω — διαλεύκανα, διαλευκάνθηκα, μτφ., ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζω κάτι, εξιχνιάζω σκοτεινή υπόθεση: Η αστυνομία προσπαθεί να διαλευκάνει το αποτρόπαιο έγκλημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπλώ — ἀναπλῶ ( όω) (AM) ξεδιπλώνω, ανοίγω αρχ. 1. κάνω κάτι να διαχυθεί, να διαδοθεί 2. απλοποιώ με μαθηματική αναγωγή 3. εξηγώ, διευκρινίζω, διαλευκαίνω …   Dictionary of Greek

  • διαλεύκανση — η διασάφηση, διευκρίνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < διαλευκαίνω. Η λ. στον λόγιο το, διαλεύκανσις, μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • εξιχνιάζω — (AM ἐξιχνιάζω) ανακαλύπτω τα ίχνη, ανευρίσκω μετά από έρευνα («πορεύεσθε καὶ ἐξιχνιάσατε τὴν γῆν», ΠΔ) νεοελλ. αποκαλύπτω τα άγνωστα ή σκοτεινά σημεία, διαλευκαίνω μσν. 1. ρωτώ να μάθω 2. ανακρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + *ιχνιάζω (< ίχνος) τ. που… …   Dictionary of Greek

  • λευκαίνω — (AM λευκαίνω) [λευκός] 1. κάνω κάτι λευκό, ασπρίζω (α. «οι καθαροί λευκαίνονται αιθέριοι κάμποι», Κάλβ. β. «ἐς γένυν ἕρπει λευκαίνων ὁ χρόνος», Θεόκρ. γ. «ἡ δὲ χροιὰ τοῡ σώματος οὔτε πρὸς τὸ θηλυπρεπὲς ἐλευκαίνετο, οὔτε πρὸς τὸ μελάντερον… …   Dictionary of Greek

  • προτρανούμαι — όομαι, Α έχω αποσαφηνιστεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ* + τρανῶ «διαλευκαίνω, διασαφηνίζω»] …   Dictionary of Greek

  • συντρανώ — όω, Α (συν. το παθ.) συντρανοῦμαι, όομαι καθίσταμαι σαφής μαζί με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + τρανῶ «διαλευκαίνω, διασαφηνίζω» (< τρανής «σαφής»)] …   Dictionary of Greek

  • τυλίγω — τυλίσσω, ΝΜΑ, και τυλίζω Ν, και αττ. τ. τυλίττω Α (ιδίως σχετικά με νήμα, ταινία, ύφασμα ή σύρμα) περιελίσσω, στρέφω κάτι γύρω από τον εαυτό του ή γύρω από κάτι άλλο, κουλουριάζω, κουβαριάζω (α. «τής έρριψε μίαν ανεμόσκαλαν μεταξωτήν, τυλιγμένην… …   Dictionary of Greek